Στα 300 εκατ. ευρώ ή στο 0,17% του ΑΕΠ αποτιμάται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο το δημοσιονομικό κόστος της Ελλάδας για τους πρόσφυγικό.
Σε έκθεσή του για τις οικονομικές συνέπειες από την αύξηση των μεταναστευτικών ροών στην Ευρώπη, που έχει αναρτήσει στην ιστοσελίδα του (The Refugee Surge in Europe: Economic Challenges) και δημοσιεύει το ΑΠΕ το μεγαλύτερο δημοσιονομικό κόστος το 2015 είχαν η Σουηδία (0,5% του ΑΕΠ) και η Δανία (0,47%), σύμφωνα με την έκθεση, ενώ λίγο υψηλότερες από της Ελλάδας ήταν οι δαπάνες της Γερμανίας και της Ιταλίας (0,20% του ΑΕΠ και στις δύο χώρες) καθώς και της Ολλανδίας (0,18% του ΑΕΠ). Αντίθετα, πολύ χαμηλές είναι οι δαπάνες της Ισπανίας, μόλις 0,006% του ΑΕΠ της.
Η έκθεση δεν αναφέρει εκτίμηση για το 2016 όσον αφορά τις δαπάνες με τις οποίες θα επιβαρυνθεί η Ελλάδα για το προσφυγικό, αλλά σημειώνει ότι το βραχυπρόθεσμο κόστος για τη φροντίδα των αιτούντων άσυλο μπορεί να είναι σημαντικό σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες.
Το ΔΝΤ υπολογίζει ότι η μέση σταθμισμένη (με βάση το ΑΕΠ) δαπάνη για τους προϋπολογισμούς των χωρών της ΕΕ μπορεί να αυξηθεί κατά 0,05% του ΑΕΠ το 2015 και κατά 0,1% του ΑΕΠ το 2016 σε σχέση με το 2014. Οι εκτιμήσεις είναι πολύ ενδεικτικές, σημειώνει η έκθεση, λόγω κυρίως της αβεβαιότητας σχετικά με τον αριθμό των αιτούντων άσυλο. Στην Αυστρία, οι δαπάνες εκτιμάται ότι θα φθάσουν το 0,31% του ΑΕΠ το 2016, στη Φινλανδία το 0,37% του ΑΕΠ, στη Δανία στο 0,57% του ΑΕΠ και στη Σουηδία το 1% του ΑΕΠ. Στη Γερμανία, οι δαπάνες θα φθάσουν το 2016 στο 0,24% του ΑΕΠ, όσο και στην Ιταλία, ενώ στην Ολλανδία θα είναι λίγο μικρότερες (0,23% του ΑΕΠ).
Η αρχική μακροοικονομική επίδραση από την εισροή των προσφύγων που ζητούν άσυλο θα υπάρξει μέσω της αύξησης της συνολικής ζήτησης, σημειώνει η έκθεση, ενώ τα αποτελέσματα από την αύξηση της προσφοράς στην αγορά εργασίας θα εμφανισθούν σταδιακά. Βραχυπρόθεσμα, οι πρόσθετες δημόσιες δαπάνες για την πρώτη υποδοχή και την παροχή υπηρεσιών στους πρόσφυγες - όπως κατοικία, τροφή, υγειονομική περίθαλψη και εκπαίδευση - θα αυξήσουν την εγχώρια ζήτηση. Μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, οι συνέπειες από την εισροή των μεταναστών στην απασχόληση και το ΑΕΠ θα εξαρτηθούν από την ταχύτητα ενσωμάτωσής τους στην αγορά εργασίας, το βαθμό στον οποίο οι δεξιότητες των μεταναστών θα είναι συμπληρωματικές ή υποκατάστατες αυτών που έχουν οι ντόπιοι εργαζόμενοι και την επίπτωσή τους στην κατανομή των πόρων, το μείγμα των προϊόντων και την τεχνολογία παραγωγής.
Μόνο ένα μικρό μέρος του άμεσου δημοσιονομικού κόστους καλύπτεται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ, αναφέρει η έκθεση. Τον Σεπτέμβριο του 2015, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε την αύξηση το 2015-16 κατά 1,7 δισ. ευρώ στα 9,2 δισ. ευρώ των πόρων του προϋπολογισμού της ΕΕ που θα δίνονται για το προσφυγικό, με την ανακατανομή πόρων από άλλα κονδύλια του προϋπολογισμού.
Υπαινιγμούς άφησε ο υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Τουρκίας Βολκάν Μποζκίρ, για μη τήρηση της, από της πλευράς της Ε.Ε, δέσμευσης για χορήγηση 3 δισεκατομμυρίων ευρώ στην Τουρκία με αντάλλαγμα τον περιορισμό της ροής των μεταναστών.
Μιλώντας σε κρατικό τηλεοπτικό δίκτυο ο Μποζκίρ δήλωσε ότι η Τουρκία έχει εκπληρώσει το δικό της μέρος της συμφωνίας, αλλά η ΕΕ πρέπει να επιλύσει τις εσωτερικές διαφορές της, μετά τη δήλωση ευρωπαίων αξιωματούχων την περασμένη εβδομάδα ότι η Ιταλία μπλοκάρει προγράμματα για την εκταμίευση των χρημάτων που προορίζονται για την 'Αγκυρα.
«Η μέθοδος που χώρες θα χρησιμοποιήσουν όσον αφορά τη συμφωνία είναι ένα θέμα που αφορά τις εσωτερικές υποθέσεις της ΕΕ», πρόσθεσε ο Μποζκίρ.
kathimerini.gr
Πενήντα βουλευτές της Ενωσης Χριστιανοδημοκρατών (CDU) αμφισβητούν την πολιτική «ανοικτών θυρών» έναντι των προσφύγων της καγκελαρίου Ανγκελα Μέρκελ.
Στη Γερμανία διατυπώνονται εκτιμήσεις ότι η Μέρκελ μπορεί να βρεθεί ενώπιον ανταρσίας στο κόμμα της αν δεν αλλάξει ρότα στο προφυγικό.
Με επιστολή τους οι βουλευτές του CDU ζητούν από την Καγκελάριο να αλλάξει την πολιτική των ανοικτών θυρών έναντι των προσφύγων και των μεταναστών που εφάρμοσε τους τελευταίους μήνες, καθώς θεωρούν πως έπειτα από το ένα εκατομμύριο αφίξεις του 2015 η χώρα έχει φθάσει πλέον στα όριά της.
«Λαμβανομένων υπόψη των εξελίξεων των τελευταίων μηνών, δεν πρόκειται πλέον απλά για μια μεγάλη πρόκληση, βρισκόμαστε στα όρια των δυνατοτήτων της χώρας μας. Για αυτόν τον λόγο κρίνουμε ότι είναι επείγον να επανεξεταστεί η σημερινή πολιτική για τη μετανάστευση», σημείωσαν οι βουλευτές στην επιστολή τους, αντίγραφο της οποίας περιήλθε στην κατοχή του Γαλλικού Πρακτορείου.
Παρότι οι διαφωνούντες με την πολιτική της Μέρκελ απέφυγαν να δημοσιοποιήσουν τον κατάλογο των προσώπων που υπογράφουν το κείμενο, αυτή είναι η πρώτη φορά που τόσοι πολλοί κοινοβουλευτικοί του κόμματός της βάζουν την υπογραφή τους σε ένα κείμενο που καταγγέλλει την πολιτική της όσον αφορά την κρίση των προσφύγων που είχε ανακοινωθεί από την καγκελαρία τον Σεπτέμβριο. Η πολιτική αυτή ανέστειλε de facto τους ευρωπαϊκούς κανόνες που επιτρέπουν την επαναπροώθηση των προσφύγων και των μεταναστών.
«Δεν επιθυμούμε να διχάσουμε την Κοινοβουλευτική Ομάδα της CDU, δεν απαιτούμε τίποτε άλλο παρά να αρχίσει να εφαρμόζεται ο νόμος. Αναμένω μια απάντηση στις αρχές της επόμενης εβδομάδας», είπε στο Γαλλικό Πρακτορείο ένας από τους επικεφαλής της πρωτοβουλίας, ο Κρίστιαν φον Στέτεν.
Οι κοινοβουλευτικοί της CDU τονίζουν στην επιστολή πως πολλές χώρες της ΕΕ δεν μοιράζονται το βάρος που αποτελεί η άφιξη εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών που προσπαθούν να γλιτώσουν από τον πόλεμο στη Συρία ή από τις συρράξεις και την ανέχεια σε άλλες χώρες.
Η Ανγκελα Μέρκελ, αντιμέτωπη με όλο και πιο έντονες πιέσεις, έχει υποσχεθεί ότι θα φροντίσει να υπάρξει αισθητή μείωση των ροών των προσφύγων και των μεταναστών, αλλά επιμένει ότι δεν θα κλείσει τα γερμανικά σύνορα, όπως απαιτούν μεταξύ άλλων οι σύμμαχοί της στο αδελφό βαυαρικό κόμμα της Ένωσης Χριστιανοκοινωνιστών (CSU) αλλά θα αναλάβει δράση σε ευρωπαϊκό επίπεδο για να αντιμετωπιστούν οι γενεσιουργές αιτίες της κρίσης και να ενισχυθεί η ασφάλεια των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ.
Αν και αυτοί οι σαράντα κοινοβουλευτικοί της CDU δεν αντιπροσωπεύουν παρά μόνο μια πολύ μικρή μερίδα των 256 μελών της Μπούντεσταγκ που ανήκουν στο κόμμα, οι φωνές τους προστίθενται σε εκείνες των βουλευτών της CSU (54 μέλη), που βρίσκονται σε μετωπική σύγκρουση με την Μέρκελ για την πολιτική της στην κρίση των προσφύγων.
Ένας από τους πολιτικούς των συντηρητικών που ανέλαβαν την πρωτοβουλία για τη σύνταξη της επιστολής αυτής εξάλλου υποστήριξε ότι στην πραγματικότητα, υπέρ της επιστολής τάσσονται πάνω από 100 μέλη της CDU.
Η Μέρκελ, αντιμέτωπη με την κλιμάκωση των επικρίσεων σε βάρος της για την πολιτική της, σκλήρυνε με τη σειρά της τη ρητορική της μετά τις επιθέσεις εναντίον γυναικών στην Κολονία και άλλες γερμανικές πόλεις το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς.
Ενόψει τριών κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων σε κρατίδια τον Μάρτιο, η Μέρκελ βλέπει εξάλλου το συντηρητικό στρατόπεδο να χάνει έδαφος.
Οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) έχουν εντείνει επίσης την κριτική τους έναντι της Μέρκελ για την πολιτική της στην κρίση των προσφύγων.
Μια δημοσκόπηση του INSA που δημοσιεύθηκε σήμερα στην ευρείας κυκλοφορίας συντηρητική ταμπλόιντ εφημερίδα Bild καταδεικνύει ότι το ποσοστό των CDU / CSU έχει μειωθεί 2,5 εκατοστιαίες μονάδες, στο 32,5% —στο χαμηλότερο επίπεδο από τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2013— ενώ το δεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), το οποίο υιοθετεί όλο και πιο σκληρή αντιμεταναστευτική ρητορική, ανέβασε το δικό του ποσοστό στο 12,5%.
«Υπάρχει μια σαφής τάση σε βάρος των συντηρητικών (...). Ο χρόνος εξαντλείται για να αναστραφεί αυτό το αίσθημα πριν από τις κρατιδιακές εκλογές του Μαρτίου», δήλωσε ο επικεφαλής του INSA Χέρμαν Μπίνκερτ στη Μπιλντ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η κυριακάτικη έκδοση της Μπιλντ δημοσίευσε ένα άρθρο με τον τίτλο «Είναι ακόμη η καταλληλότερη;» κάτω από μια φωτογραφία στην οποία φαίνεται η σιλουέτα του κεφαλιού της καγκελαρίου.
Οξύτατη κριτική περιείχε επίσης άρθρο γνώμης στη συντηρητική εφημερίδα Die Welt, τονίζοντας πως «όλα όσα κάνει η καγκελάριος» για την αντιμετώπιση της κρίσης των προσφύγων «δεν μοιάζουν απλά ανεπαρκή, είναι ανεπαρκή». Στο ίδιο άρθρο, διατυπώθηκε η εκτίμηση πως εάν η Μέρκελ δεν αλλάξει πολιτική άμεσα θα βρεθεί αντιμέτωπη με ανταρσία στο κόμμα της.